Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010 | 3:15:39 AM

Τα νομοσχέδια για νοικοκυριά, επιχειρήσεις

ΑΘΗΝΑ 09/12/2009

Ανάσα στην αγορά αναμένεται να δώσουν δύο νομοσχέδια που πήραν το πράσινο φως από το υπουργικό συμβούλιο και κατατίθενται στη βουλή. Αφορούν την έξοδο των επιχειρήσεων από τον Τειρεσία και την τακτοποίηση οφειλών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.
Μειώνεται ο χρόνος παραμονής στον Τειρεσία και δεν θα εμφανίζονται δυσμενή στοιχεία για οφειλές έως 3000 ευρώ που έχουν εξοφληθεί.
Για τα νοικοκυριά δίνεται η δυνατότητα εξόφλησης με την καταβολή του 10% των συνολικών χρεών στην περίπτωση διαπιστωμένης και μόνιμης αδυναμίας των οφειλετών.



Αναλυτικά:

Τις τελικές ρυθμίσεις των σχεδίων νόμου που αφορούν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τη ρύθμιση των οφειλών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς τις τράπεζες, παρουσίασε την Τετάρτη η υπουργός Οικονομίας Λ. Κατσέλη.

Η υπουργός σημείωσε ότι οι ρυθμίσεις δίνουν ανάσα στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά αφ' ενός και αφ' ετέρου ότι και οι τράπεζες μπορούν να προσβλέπουν σε μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.  Όπως σημείωσε η κ. Κατσέλη, οι ρυθμίσεις προωθούν επίσης τον υπεύθυνο δανεισμό. 

Σε συνέντευξη Τύπου, η κ. Κατσέλη δήλωσε ότι μέχρι το βράδυ της Πέμπτης θα κατατεθεί στη Βουλή το σχέδιο νόμου για την ρύθμιση των οφειλών των επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς τα πιστωτικά ιδρύματα και το αργότερο την ερχόμενη εβδομάδα θα κατατεθεί στη Βουλή και το σχέδιο νόμου που αφορά στη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων. Αυτό γνωστοποίησε σε συνέντευξη τύπου η υπουργός Οικονομίας

Το σχέδιο νόμου για τα νοικοκυριά προβλέπει, τακτοποίηση των οφειλών είτε με προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού, είτε με δικαστικό συμβιβασμό, είτε με δικαστική ρύθμιση, θέτοντας περιορισμούς σε αυθαίρετες πρακτικές. 

Οι προβλέψεις του νομοσχεδίου αφορούν καταναλωτές και επαγγελματίες που αδυνατούν να πληρώσουν τις τραπεζικές τους οφειλές, αλλά όχι εμπόρους που υπάγονται στη διαδικασία του πτωχευτικού δικαίου.

Όπως σημείωσε η υπουργός, ανοίγει επίσης ο δρόμος για δυνατότητα πτώχευσης και για τα φυσικά πρόσωπα, όπως ίσχυε μέχρι τώρα για τις επιχειρήσεις.

Τρεις βασικές αλλαγές

Στο νομοσχέδιο για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έχουν επέλθει τρεις σημαντικές αλλαγές. Πρώτον, τα στεγαστικά δάνεια θα εξακολουθούν μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως για αναστολή των διωκτικών μέτρων να εκτοκίζονται με το συμβατικό επιτόκιο και να εξυπηρετούνται με δόση ενήμερης οφειλής. Δεν παγώνει δηλαδή από την αρχή,  από την κοινοποίηση της αίτησης, η οφειλή.

Η δεύτερη αλλαγή προβλέπει ότι οι υπερχρεωμένοι που έχουν αποδεδειγμένη αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών τους μπορούν να ρυθμίσουν ένα μικρό μέρος αυτών και να απαλλαγούν από το υπόλοιπο με μηνιαίες καταβολές για 4 χρόνια και για τουλάχιστον το 10% των οφειλών τους. Το αρχικό σχέδιο δεν προσδιόρισε επακριβώς το χρονικό διάστημα και έκανε λόγο για 3 με 5 χρόνια.

Η τρίτη αλλαγή αφορά στη δικαστική αρχή που αναλαμβάνει να διευθετεί το συμβιβασμό μεταξύ τράπεζας και οφειλέτη. Στο αρχικό σχέδιο η πρόβλεψη αφορούσε στα Πρωτοδικεία και τελικά το έργο θα αναλάβουν τα Ειρηνοδικεία και η υπουργός έχει ζητήσει και την πρόσληψη 80 νέων ειρηνοδικών για να αντιμετωπίσουν τον όγκο εργασίας.

Σε ότι αφορά στους εγγυητές έχουν δικαίωμα υπαγωγής τους στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου εάν πληρούν τις προϋπόθεσης.

Δραματική αύξηση των οφειλών μέσα σε ένα χρόνο

Όπως είπε η υπουργός, μέσα σε ένα χρόνο, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών για καταναλωτικά δάνεια προς τις τράπεζες έχουν αυξηθεί κατά 70%. Συγκεκριμένα, στις 30/09/2008 ήταν 33,9 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 6,9% (2,3 δις ευρώ), ενώ στις 30/09/2009 ήταν 34,9 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 11,7% (4,1 δις ευρώ).

Αντίστοιχα, για τα στεγαστικά δάνεια: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν αυξηθεί κατά 54% μέσα σε ένα χρόνο. Συγκεκριμένα, στις 30/09/2008 ήταν 65,7 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 4,6% (3 δις ευρώ), ενώ στις 30/09/2009 ήταν 72,9 δις ευρώ, εκ των οποίων σε καθυστέρηση ήταν το 6,9% (5,1 δις ευρώ).

Με το νομοσχέδιο , δίνεται η δυνατότητα, μέσα από καθορισμένη δικαστική διαδικασία, σε όσους καταναλωτές έχουν διαπιστωμένη και μόνιμη αδυναμία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, να τα ρυθμίσουν και να απαλλαγούν από αυτά, εξοφλώντας με ρεαλιστικούς με βάση το εισόδημά τους όρους ένα μέρος των χρεών που καθορίζεται από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των οφειλών.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι να μην υφίστανται περιουσιακά στοιχεία και να μην επαρκούν τα τρέχοντα εισοδήματα του καταναλωτή για την ικανοποίηση των δανειακών υποχρεώσεων. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταθέτει κάθε μήνα για 4 έτη μέρος του εισοδήματός του στους πιστωτές. Αν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις του δεν επέρχεται απαλλαγή από τα χρέη.

Η ρύθμιση χρεών αφορά φυσικά πρόσωπα. Ειδικότερα, στις ρυθμίσεις του νόμου υπάγονται οι χρηματικές οφειλές των φυσικών προσώπων που μέχρι σήμερα δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα. Επομένως, στις ρυθμίσεις του υπάγονται και τα χρέη των επαγγελματιών, όχι όμως των εμπόρων. Εξαιρούνται οφειλές από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, οφειλές από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και οι εισφορές προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.

Προϋπόθεση υπαγωγής είναι, κατά τα ισχύοντα και στο πτωχευτικό δίκαιο, η επελθούσα ή επαπειλούμενη - μη δόλια - μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρεών.

Η διαδικασία ρύθμισης χρεών περιλαμβάνει τρία στάδια. Στο πρώτο, το εξωδικαστικό, στάδιο επιδιώκεται ουσιαστικά η ρύθμιση των χρεών και η απαλλαγή του από το υπόλοιπο αυτών, με τη σύμφωνη γνώμη των πιστωτών και των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στο δεύτερο στάδιο επιδιώκεται ο συμβιβασμός ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο τρίτο στάδιο, και εφόσον δεν έχουν ευδοκιμήσει τα δύο προηγούμενα στάδια, επέρχεται δικαστική πλέον ρύθμιση χρεών με απαλλαγή από χρέη.

Κατά το πρώτο στάδιο, επιδιώκεται η εξωδικαστική επίλυση στη βάση ενός πλάνου εξυγίανσης των χρεών στο οποίο και τα δύο μέρη θα συμφωνήσουν. Ουσιαστικά, στο στάδιο αυτό τα μέρη είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ό,τι πράγματι κρίνουν προς το συμφέρον τους.

Εάν δεν συμφωνήσουν οφειλέτης και πιστωτές στο πρώτο στάδιο, τότε περνάμε στο δεύτερο στάδιο, όπου ο οφειλέτης δικαιούται να υποβάλει αίτηση στο Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κύρια κατοικία, για έναρξη της διαδικασίας μερικής απαλλαγής από τα χρέη. Στην αίτηση που καταθέτει ο οφειλέτης, περιλαμβάνεται σχέδιο διευθέτησης οφειλών, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

Εάν κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις επί του σχεδίου διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, τότε θεωρείται ότι ο συμβιβασμός έχει γίνει αποδεκτός. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο επικυρώνει το σχέδιο με απόφασή του, το οποίο αποκτά πλέον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει τον συμβιβασμό ακόμη κι αν συναινούν σε αυτόν πιστωτές που καλύπτουν το 51% των χρεών. Η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη θεωρείται πλέον ανακληθείσα.

Η αίτηση που καταθέτει ο οφειλέτης στο Ειρηνοδικείο πρέπει να περιέχει:

α). Την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και πάσης φύσεως εισοδήματα τόσο του ιδίου όσο και του/της συζύγου του,

β). Την κατάσταση των πιστωτών του και τις απαιτήσεις που αυτοί έχουν (κεφάλαιο, τόκοι και έξοδα), και

γ). Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

Ακόμα, μαζί με την αίτηση προς το Ειρηνοδικείο, ή εντός μηνός από την υποβολή της, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει τα εξής:

α). Βεβαίωση του Συνηγόρου του Καταναλωτή, Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού, Ένωσης Καταναλωτών, δικηγόρου ή άλλου δημόσιου φορέα που συντρέχει τους καταναλωτές σε ζητήματα υπερχρέωσης, από την οποία να προκύπτει η πραγματοποίηση της προσπάθειας για εξωδικαστικό συμβιβασμό (πρώτο στάδιο) και η αποτυχία αυτής.

β). Υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα όσων στοιχείων αναφέρει στην αίτησή του σχετικά με την περιουσιακή του κατάσταση και τις υποχρεώσεις του προς του πιστωτές. Επίσης, στην υπεύθυνη δήλωση ο οφειλέτης πρέπει να αναφέρει τις μεταβιβάσεις ακίνητων περιουσιακών του στοιχείων που προέβη την τελευταία τριετία.

Η έναρξη υποβολής αιτήσεων γίνεται τέσσερις μήνες μετά την ψήφιση και ισχύς του νόμου, διάστημα κατά το οποίο, ωστόσο, τα μέρη μπορούν να επιδιώξουν ήδη τον εξωδικαστικό συμβιβασμό.

Στόχος είναι το γρηγορότερο δυνατό. Γι’ αυτό και προβλέπεται η συζήτηση της αίτησης του οφειλέτη στο δικαστήριο να γίνεται σε λιγότερο από έξι μήνες από την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης.

Στόχος είναι η απλοποίηση της όλης διαδικασίας. Γι’ αυτό και τα συναρμόδια Υπουργεία θα προτείνουν συγκεκριμένα υποδείγματα των απαιτουμένων πιστοποιητικών, δηλώσεων, καταλόγων και καταστάσεων και σχεδίων διευθέτησης οφειλών.

Και τα δύο μέρη εκτιμάται ότι έχουν ισχυρά κίνητρα να έρθουν σε μια μεταξύ τους συμφωνία. Οι οφειλέτες γιατί αντιλαμβάνονται ότι η απαλλαγή τους προϋποθέτει μία μακρόχρονη δοκιμασία που συνεπάγεται σημαντικούς περιορισμούς για τους ίδιους, ενδεχομένως και μετά την περάτωσή της.

Οι πιστωτές και τα πιστωτικά ιδρύματα, γιατί γνωρίζουν ότι με την υποβολή της αίτησης από τον οφειλέτη θα προωθηθεί πλέον μία διαδικασία απαλλαγής από τα χρέη χωρίς τη δική τους σύμφωνη γνώμη. Έχουν, λοιπόν, οι πιστωτές συμφέρον, αν ο οφειλέτης υπόσχεται με ρεαλιστικούς όρους την εξυπηρέτηση ενός μέρους του χρέους του, που πιθανολογείται ότι θα μπορούσε να είναι ψηλότερο από αυτό που θα εισέπρατταν οι πιστωτές στη διάρκεια της διαδικασίας απαλλαγής, να έρθουν σε συμφωνία μαζί του.

Εάν τελικά υπάρχουν αντιρρήσεις από τους πιστωτές κατά το δεύτερο στάδιο, τότε ξεκινά το τρίτο στάδιο, κατά το οποίο γίνεται δικαστική ρύθμιση χρεών με μερική απαλλαγή από χρέη. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως πλέον εάν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.

Εφόσον πράγματι δεν επαρκούν τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη για την αποπληρωμή των χρεών του, τότε το δικαστήριο προχωρά στην υπό όρους απαλλαγή του από τα χρέη.

Σε αυτό το στάδιο ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει κάθε μήνα ένα μέρος του εισοδήματός τους στους πιστωτές. Συγκεκριμένα, ο οφειλέτης θα πρέπει, στο πλαίσιο ενός τετραετούς πλάνου πληρωμών, να αποπληρώσει ένα ελάχιστο ποσοστό των χρεών που έχει καθορίσει το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το προσδοκώμενο εισόδημά του και τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του.

Το ποσοστό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 10% των χρεών. Εάν ο οφειλέτης δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις του, δεν επέρχεται απαλλαγή από τα χρέη.

Σημειώνεται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως σε περιπτώσεις χρόνιας ανεργίας ή σημαντικών προβλημάτων υγείας, όπου το εισόδημα του οφειλέτη δεν επαρκεί για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, είναι δυνατός ο προσδιορισμός χαμηλότερων ή και μηδενικών καταβολών.

Αυτό ακόμα κι αν δεν προκύπτει η εξόφληση του ελάχιστου ποσοστού του 10% των συνολικών οφειλών. Το δικαστήριο μπορεί να επανεξετάζει κάθε οκτώ μήνες, ή και νωρίτερα αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του οφειλέτη ή του πιστωτή, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις, επαναρυθμίζοντας τις οφειλόμενες καταβολές.

Η κύρια κατοικία του οφειλέτη

Η κύρια κατοικία του οφειλέτη, κατά την διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής από τα χρέη, προστατεύεται. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεσή της από την περιουσία που ρευστοποιείται για την ικανοποίηση των πιστωτών, εφόσον δεν υπερβαίνει σε έκταση το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξανόμενο κατά 30%.

Σε αυτή την περίπτωση αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει σε χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη με περίοδο χάριτος και σε ευνοϊκούς όρους ποσό οφειλών μέχρι το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάται από το Δικαστήριο.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, τότε μπορεί η δικαστική διαδικασία να περιοριστεί με απλή ρύθμιση των οφειλών χωρίς απαλλαγή από τα χρέη. Συγκεκριμένα, η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει την αναστολή της περιοδικής εξόφλησης της οφειλής μέχρι δύο έτη. Κατά τη διετία αυτή, θα καταβάλλονται είτε μόνο οι τόκοι είτε αυτοί θα κεφαλαιοποιούνται, χωρίς προηγούμενο ανατοκισμό κατά τη λήξη της αναστολής.

Για να υπαχθεί ο οφειλέτης στις ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου, υποχρεούται στην ειλικρινή δήλωση των στοιχείων που αναφέρει. Εάν από δόλο δεν το πράξει, τότε εκπίπτει από τα ευεργετήματα της ρύθμισης και δεν μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση για ρύθμιση χρεών για δύο έτη.

Εάν τελικώς δεν ευδοκιμήσει η απαλλαγή από τα χρέη, στην περίπτωση αυτή, αναβιώνει η οφειλή ως είχε, δίχως όμως τους τόκους ανατοκισμού.

Υπενθυμίζεται ότι κάθε οφειλέτης μπορεί να αξιοποιήσει μόνο μία φορά τις ρυθμίσεις για την απαλλαγή χρεών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου.

Η ρύθμιση χρεών στόχο έχει την προστασία των καταναλωτών, όχι την διακινδύνευση της φερεγγυότητάς τους. Για το σκοπό αυτό, η ρύθμιση χρεών και η απαλλαγή από χρέη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών και πέντε ετών αντίστοιχα, από το χρονικό σημείο που λήγει η ρύθμιση ή επέρχεται η απαλλαγή.

Σημειώνεται τέλος ότι προβλέπεται δε, επιπροσθέτως, η αναστολή των πλειστηριασμών της μοναδικής κατοικίας, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους οφειλέτες που βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής να αξιοποιήσουν την προστατευτική διάταξη της κυρίας κατοικίας, με την εξαίρεση αυτής από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία, που εμπεριέχει το σχέδιο νόμου.
Share

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία νέα κατηγορίας Οικονομία