clock Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014 | 4:51:46 μμ

Αστικοποίηση & ελληνικός κινηματογράφος

ΑΘΗΝΑ 19/03/2012

Τον αστικό χαρακτήρα του ελληνικού κινηματογράφου την περίοδο της μεγάλης εμπορικής του ακμής και της ευρύτατης δημοφιλίας του, αλλά και τη συμβολή του μέσου στη διαμόρφωση και διάδοση συγκεκριμένων εικόνων για την πόλη και την κατοικία στην Ελλάδα του '50 και του '60 καταγράφει βήμα-βήμα η Αγγελική Μυλωνάκη στο βιβλίο της "Από τις αυλές στα σαλόνια. Εικόνες του αστικού χώρου στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο (1950-1970)".

Μέσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες ξαναζωντανεύουν χώροι με μνήμες και ιστορία- τα γραφικά στενά της Πλάκας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλλα, το Μοναστηράκι κ.ά., αποτυπώνοντας τη μεταπολεμική πόλη, που μεταμορφώνεται βιαστικά σε σύγχρονη και απρόσωπη μητρόπολη.

Όπως παρατηρεί η συγγραφέας, ο κινηματογραφικός φακός, κατά την παραπάνω περίοδο, μετατοπίζει σταδιακά το ενδιαφέρον του από την παλιά Αθήνα στο μοντέρνο διαμέρισμα, "από τις αυλές στα σαλόνια".

Από τις γειτονιές και τις αλλαγές του αθηναϊκού κέντρου στην αφιλόξενη Αθήνα της εσωτερικής μετανάστευσης, στην άναρχη πόλη της αντιπαροχής και της ανοικοδόμησης, στο μοντέρνο αλλά ασφυκτικό διαμέρισμα της μεταπολεμικής κατοικίας.

Ο αστικός εκσυγχρονισμός μέσα από τον κινηματογραφικό φακό

Με "όχημα" την εικόνα και με αφετηρία ορισμένες από τις πιο δημοφιλείς και αντιπροσωπευτικές για το θέμα ελληνικές ταινίες, η συγγραφέας περιγράφει τη στενή σχέση ανάμεσα στην κινηματογραφημένη και στην ιστορική πραγματικότητα.



"Ο Μεθύστακας" (1950) του Γιώργου Τζαβέλλα εγκαθιδρύει την αστική προβληματική στον ελληνικό κινηματογράφο, προβάλλοντας την ένταση των ιδεολογικών διπόλων (παράδοση- νεωτερικότητα, δημόσιο-ιδιωτικό) στη μεταπολεμική Αθήνα της ανασυγκρότησης, ενώ το "Κυριακάτικο Ξύπνημα" (1953) του Μιχάλη Κακογιάννη βαδίζει στα πρότυπα της αστικής ηθογραφίας, αναπλάθοντας μια ρεαλιστική απεικόνιση της αθηναϊκής καθημερινότητας, γράφει η Αγγελική Μυλωνάκη.

Η "Μαγική Πόλις" (1954) του Νίκου Κούνδουρου εξετάζει τις απεικονίσεις της λαϊκής γειτονιάς και του οικιστικού περιθωρίου (προσφυγική κατοικία), σκιαγραφώντας παράλληλα την ιδεολογική τους συμβολή στην επικράτηση των αξιών της λαϊκής παράδοσης (ελληνικότητα, κοινωνική συλλογικότητα).

Από την άλλη πλευρά, η "Κάλπικη λίρα" (1955) του Γιώργου Τζαβέλλα ξεχωρίζει για την αποκλειστική της εστίαση στην αστική μυθολογία.

«Στην ταινία αυτή εντοπίζονται και πρώιμα ίχνη του καταναλωτισμού και της μικροαστικής ιδεολογίας, ενώ ταυτόχρονα διαγράφονται τα πρώτα σημεία αποδυνάμωσης των παραδοσιακών χώρων της πόλης (γειτονιές), προς όφελος νέων χωρικών επικρατειών (το εμπορικό κέντρο της πόλης)» παρατηρεί η συγγραφέας. 

"Το αμαξάκι" (1957) του Ντίνου Δημόπουλου καταγράφει τη σταδιακή υποχώρηση του αστικού τοπίου από την προβληματική της εγχώριας κινηματογραφίας. Ένα συναισθηματικό χρονικό στην παλιά Αθήνα που χάνεται ανεπιστρεπτί και παραχωρεί τη θέση της σε μια νέα, σύγχρονη πρωτεύουσα.

"Η θεία από το Σικάγο" (1957) του Αλέκου Σακελλάριου σηματοδοτεί την απομάκρυνση της αστικής ηθογραφίας του κοντινού παρελθόντος, τονίζοντας τη στροφή της μυθοπλασίας προς ένα νέο, ενιαίο και μικροαστικό πρότυπο ζωής. Επίσης, τη στροφή στον δυτικό τρόπο ζωής, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την οικιακή κατανάλωση.

Στην ταινία "Στουρνάρα 288" (1959) του Ντίνου Δημόπουλου, για πρώτη φορά ο ελληνικός κινηματογράφος παρουσιάζει εκτενώς το νέο πρότυπο κατοίκησης, το μικροαστικό διαμέρισμα, αντανακλώντας την απότομη μετάβαση από την οριζόντια στην κάθετη κοινωνική διαστρωμάτωση.

Στη "Συνοικία το όνειρο" (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη, οι εικόνες της λαϊκής συνοικίας συντείνουν σε μια νεορεαλιστική απόπειρα αποτύπωσης του οικιστικού περιθωρίου στη σύγχρονη πρωτεύουσα.

"Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα" (1964) του Γιώργου Τζαβέλλα αποτελεί μια ηθογραφία που, μολονότι επαναφέρει στο προσκήνιο τον αστικό χώρο της πρωτεύουσας, θέτει ταυτόχρονα το οριστικό τέλος του δημόσιου βλέμματος στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο.

Στην ταινία "Γάμος αλά ελληνικά" (1965) του Βασίλη Γεωργιάδη συμπυκνώνονται οι κεντρικοί συμβολισμοί των αναπαραστάσεων για τον ιδιωτικό χώρο της κατοικίας, αλλά και τις παραμορφώσεις τους, όπως προβάλλονται στο πρότυπο του μοντέρνου, μικροαστικού διαμερίσματος, μέσα από τους οικιακούς χώρους και τις έμφυλες σχέσεις των ηρώων.

Η ταινία "Τέντυ μπόυ, αγάπη μου" (1965) του Γιάννη Δαλιανίδη παρακολουθεί την προβολή της Ελλάδας της ανοικοδόμησης, μέσα από αναπαραστάσεις που επικεντρώνουν τη θεματολογία τους στην πόλη της Θεσσαλονίκης, η οποία αναδύεται ως συμπληρωματικός πόλος έλξης της αθηναϊκής ανάπτυξης.

Τέλος, στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη "Μια κυρία στα μπουζούκια" (1968) καταγράφονται τα τελευταία στάδια ακμής της εγχώριας κινηματογραφίας, διαπιστώνοντας τη μεταμόρφωση του αστικού τοπίου σε θέαμα, το οποίο προάγει την κυρίαρχη τουριστική ιδεολογία της περιόδου.

Η Αγγελική Μυλωνάκη είναι διδάκτορας του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ. Έχει δημοσιεύσει άρθρα για τον κινηματογράφο σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά.


Τελευταία νέα κατηγορίας Ψυχαγωγία

Computer Care