"Το ελληνικό ελαιόλαδο θέλει ποιοτική αναβάθμιση"

"Το ελληνικό ελαιόλαδο θέλει ποιοτική αναβάθμιση"

«Αν και το ελαιόλαδο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία, την κουλτούρα, τη διατροφή αλλά και τη θρησκεία μας από αρχαιοτάτων χρόνων, δεν θα πρέπει να θεωρούμε δεδομένη ούτε την ποιότητά του αλλά ούτε και την όποια προστιθέμενη αξία θα μπορούσε να μας προσδώσει. Οι ανάγκες των καταναλωτών σήμερα έχουν διαφοροποιηθεί κατά πολύ και θα πρέπει κι εμείς να προσαρμόσουμε ανάλογα τις πρακτικές καλλιέργειας και ελαιοποίησης με στόχο ένα ανώτερο σε ποιοτικά χαρακτηριστικά ελαιόλαδο. Δυστυχώς, αυτό δεν έχει γίνει ακόμα αντιληπτό σε μεγάλη κλίμακα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων».

Αυτό σημειώνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ελευθερία Γερμανάκη, υπεύθυνη του Οργανοληπτικού Εργαστηρίου Α.Σ Ρεθύμνου «ΕΝΩΣΗ» και επικεφαλής της ομάδας δοκιμαστών, γευσιγνώστρια ελαιολάδου με διεθνή εμπειρία, αλλά και συντονιστής του Παγκρήτιου Διαγωνισμού Ελαιολάδου.

Μια γυναίκα, που πολλοί αποκαλούν και "πρέσβειρα του κρητικού ελαιολάδου", εξαιτίας της συστηματικής προσπάθειας που καταβάλει για την ανάδειξη του του σημαντικού αυτού προϊόντος.

Η Γερμανάκη σε όλη της την επαγγελματική ζωή, όπως αναφέρει, ασχολείται με το ελαιόλαδο και τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά.

«Από το 1991 που τέθηκε σε ισχύ ο ευρωπαϊκός κανονισμός 2568/91 που αφορά τα ποιοτικά κριτήρια και τη μέθοδο της οργανοληπτικής αξιολόγησης του ελαιόλαδου, ξεκίνησε η εκπαίδευση μου γύρω από τα οργανοληπτικά, από το ίδιο τον Μario Solinas και τις κυρίες Χριστοπούλου και Λαζαράκη, ανοίγοντας ουσιαστικά ένα νέο πεδίο γνώσης γύρω από το ελαιόλαδο. Στη συνέχεια ιδρύθηκε και πιστοποιήθηκε το Εργαστήριο οργανοληπτικής αξιολόγησης του Α.Σ Ρεθύμνου, του οποίου είμαι υπεύθυνη και επικεφαλής της ομάδας δοκιμαστών από την πρώτη στιγμή».

Η κυρία Γερμανάκη αφού αναφέρει ότι η χώρα μας καταλαμβάνει υψηλή θέση παγκοσμίως σε παραγωγή ελαιολάδου, τονίζει ότι μόνον η αποδεδειγμένη και αποδεκτή ποιότητα μπορεί να προσδώσει προστιθέμενη αξία στο προιόν.

«Η Ελλάδα παραδοσιακά ήταν στην τρίτη θέση του παγκόσμιου ελαιοπαραγωγικού χάρτη ως προς την παραγόμενη ποσότητα ελαιολάδου, μετά την Ισπανία και την Ιταλία. Σήμερα η κατάσταση διαφοροποιείται μια και σε κάποιες περιόδους, όπως αυτή που έρχεται, η Τυνησία φαίνεται να μας ξεπερνάει. Στο επίπεδο της ποσότητας ελάχιστα μπορούν να γίνουν μια και το ανάγλυφο του εδάφους αλλά και ο μικρός κλήρος δεν επιτρέπουν την εφαρμογή σύγχρονων συστημάτων καλλιέργειας. Αυτό που θα πρέπει άμεσα να γίνει και είναι εφικτό, είναι η αναβάθμιση της ποιότητας, η οποία έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Μόνο η αποδεδειγμένη και αποδεκτή ποιότητα μπορεί να προσδώσει και προστιθέμενη αξία στο προϊόν, αλλά και ένα καλύτερο μέλλον για την ελαιοκαλλιέργεια».

«Η έρευνα», συνεχίζει, «γύρω από τα συστατικά του ελαιολάδου και τα οφέλη του για την υγεία μας έχει ενταθεί σε αρκετές χώρες, επομένως και οι ανάγκες της αγοράς σε αντίστοιχες ποιότητες. Ταυτόχρονα εξελίσσεται και η τέχνη της ελαιοποίησης, δηλαδή κατά πόσο θα μπορούμε από ένα υγιή ελαιόκαρπο να έχουμε ένα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο με τα υψηλότερα δυνατά ποσοστά φαινολών και άλλων μικροστοιχείων. Συνεχής ενημέρωση χρειάζεται λοιπόν και προσαρμογή ώστε να βγούμε μπροστά στην αγορά και όχι να βλέπουμε τους άλλους να μας προσπερνούν».

Τι σημαίνει όμως οργανοληπτική αξιολόγηση ελαιολάδου;

«Το ελαιόλαδο», θα πει, «είναι το μοναδικό τρόφιμο σήμερα, στο οποίο η γεύση και τα αρώματά του (δηλαδή το οργανοληπτικό του προφίλ) αποτελούν απαραίτητο κριτήριο ποιοτικής κατάταξης, όπως και η χημική του ανάλυση.

Ποιότητα για το ελαιόλαδο σημαίνει,

α) σωστά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά (φρουτώδες, πικρό , πικάντικο),

β) ανάλογα καλή χημική ανάλυση ως προς τα βασικά ποιοτικά του στοιχεία (Οξύτητα, Υπεροξείδια, Κ232, Κ270, ΔΚ , αλκυλεστέρες) και

γ) κατά το δυνατόν να είναι απαλλαγμένο από επιμολύνσεις (φυτοφάρμακα, πλαστικοποιητές, βαρέα μέταλλα, ορυκτέλαια κα).

Όλα αυτά μαζί είναι απαραίτητα για να χαρακτηριστεί ένα ελαιόλαδο εξαιρετικό παρθένο υψηλής ποιότητας.

Η οργανοληπτική αξιολόγηση έχει θεσπιστεί από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας, σαν μια ασφαλής, αντικειμενική και αξιόπιστη μέθοδος για την αξιολόγηση όλων των θετικών και τυχόν αρνητικών ιδιοτήτων σε ένα παρθένο ελαιόλαδο, με στόχο την κατάταξή του σε μια από τις τρείς κατηγορίες Εξαιρετικό Παρθένο, Παρθένο ή Βιομηχανικό.

Είναι αντικειμενική και αξιόπιστη μέθοδος γιατί πραγματοποιείται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους του Εργαστηρίου, όπου μια ομάδα τουλάχιστον οκτώ εκπαιδευμένων και πιστοποιημένων δοκιμαστών αξιολογεί το κάθε δείγμα χωρίς να γνωρίζει την προέλευση του».

Ερωτηθείσα για το ποιες κινήσεις θα πρέπει να γίνουν έτσι ώστε να αναδειχθεί περαιτέρω το ελληνικό ελαιόλαδο η κυρία Γερμανάκη θα πει: «Αυτό που λείπει κατά κύριο λόγο είναι η σύγχρονη γνώση γύρω από τα χαρακτηριστικά του ποιοτικού ελαιολάδου, τη σωστή ελαιοποίηση και την προώθησή του. Αυτά είναι θέματα που θα πρέπει να τα δούμε πολύ προσεκτικά».

Σχετικά με την πρόταση που έχει κατατεθεί για μία ενιαία ονομασία ελαιολάδου, όλη η Κρήτη ένα Ελαιόλαδο, μία μάρκα και κοινή εξαγωγική προσπάθεια, σημειώνει: «Η ενιαία προβολή μιας μεγάλης περιοχής, σίγουρα βοηθάει. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι και οι προσπάθειες της Περιφέρειας Κρήτης για την αναγνώριση του Κρητικού ελαιολάδου ως ΠΓΕ ΚΡΗΤΗ».

Και η Κρήτη σε πιο σκαλί του βάθρου βρίσκεται σε ότι αφορά ποιότητα και τονάζ παραγωγής;

«Το νησί μας παράγει περίπου το 1/3 του ελληνικού ελαιολάδου (γύρω στους 80-100 χιλ τόνους) οπότε είναι μια ισχυρή περιοχή για την ελληνική παραγωγή. Ποιοτικά είμαστε σε καλό επίπεδο όμως αυτό σήμερα μάλλον δεν είναι αρκετό, οπότε θα έλεγα ότι έχουμε ακόμα αρκετό δρόμο», αναφέρει και προσθέτει ότι στόχος της έχει, από τη θέση στην οποία βρίσκεται, να μπορέσει το κρητικό ελαιόλαδο να φτάσει επιτέλους στο επίπεδο ποιότητας αλλά και στις αγορές που του αξίζει.

«Δεν είναι καλύτεροι οι παραγωγοί των άλλων χωρών, απλά δουλεύουν με περισσότερη γνώση και πιο οργανωμένα», τονίζει.  

Σχετικά Videos

Powered by TUODY Software